A poem is an apocalypse.

City Dusk, F. Scott Fitzgerald

Γυρνάς από τη δουλειά, τη σχολή, πάνω που βραδιάζει. Περνάς από τα γνωστά μέρη με τον  γνώριμο υπόκωφο θόρυβο της πόλης στα αυτιά σου, ή πνιγμένο πίσω από τα ακουστικά σου. Δε βλέπεις τα πρόσωπα, ούτε τα σκηνικά. Στους τοίχους της πόλης ξέρεις πως είναι γραμμένα το ένα πάνω από το άλλο γνώριμα, ξένα συνθήματα. Γνώριμα για τα λόγια τους, ξένα για το νόημά τους. Στα βήματά σου γόπες από τσιγάρα και νεκρά φύλλα. Μέχρι να μπεις στο σπίτι, δεν είσαι κανείς. 

Φτάνεις στο σταθμό, τελευταία έξοδος. Το βλέμμα σου τραβάει ένα κομμάτι χαρτί που με τη βοήθεια του βραδινού αέρα προσπαθεί να απελευθερωθεί από την πέτρα που το κρατάει στο τελευταίο κάθισμα της αποβάθρας. Πλησιάζεις με αργά, αδιάφορα βήματα προσποιούμενος ότι δεν σε καίει να μάθεις αν είναι γραμμένο κάτι πάνω σε αυτή τη μικρή, ακαταμάχητη διαταραχή της καθημερινής σκηνής του απογεύματος. Στο χαρτί γραμμένο με πρόχειρα γράμματα και μαύρο μελάνι, διαβάζεις:

COME out . . . . out
To this inevitable night of mine
Oh you drinker of new wine,
Here’s pageantry . . . . Here’s carnival,
Rich dusk, dim streets and all
The whispering of city night . . . .

I have closed my book of fading harmonies,
(The shadows fell across me in the park)
And my soul was sad with violins and trees,
And I was sick for dark,
When suddenly it hastened by me, bringing
Thousands of lights, a haunting breeze,
And a night of streets and singing . . . .

I shall know you by your eager feet
And by your pale, pale hair;
I’ll whisper happy incoherent things
While I’m waiting for you there . . . .

All the faces unforgettable in dusk
Will blend to yours,
And the footsteps like a thousand overtures
Will blend to yours,
And there will be more drunkenness than wine
In the softness of your eyes on mine . . . .

Faint violins where lovely ladies dine,
The brushing of skirts, the voices of the night
And all the lure of friendly eyes . . . . Ah there
We’ll drift like summer sounds upon the summer air . . . .

Το τρένο σου έφτασε και πέρασε. Εσύ δεν έχεις κουνηθεί για λεπτά ολόκληρα. Ο σταθμός έχει αλλάξει όψη, τα ρούχα σου έχουν αλλάξει απόχρωση, στα αυτιά σου ηχούν άγνωστοι ήχοι, μεταφέρεσαι σε μια εποχή έξω από την πραγματικότητα.

78049c61513b90e1c4a951da0a150120.jpg

Γραμμένο το 1918, το παραπάνω ποίημα είναι σχεδόν απίθανο να το βρεις παρατημένο σε κάποιο σταθμό σήμερα, αν και ο Fitzgerald θα χαιρόταν ιδιαίτερα με ένα τέτοιο περιστατικό και ίσως το κάνω εγώ κάποια στιγμή μόνο και μόνο επειδή το διάβασες και θα το αναγνωρίσεις.

Λίγα λόγια για το νόημα του αν και ήταν ξεκάθαρο και δεν θα μείνει για πολύ στο χειρουργικό μου τραπέζι:

Την εποχή που γράφεται το City Dusk, ο ποιητής μας γνωρίζει τη γυναίκα που επρόκειτο να σημαδέψει τη ζωή και το έργο του. Το όνομά της, Zelda Sayre. Γεμάτη υποσχέσεις και περιπετειώδης όπως η ίδια η νύχτα, η Zelda ωθεί τον Fitzgerald σε πράξεις απελπισίας. Στον αγώνα του να την εντυπωσιάσει, δουλεύει μανιωδώς για να αυξήσει το εισόδημα και το κύρος του ώστε να μπορέσει να σταθεί δικαίως-όπως πίστευε-μια τέτοια γυναίκα πλάι του. Ο γάμος τους δηλητηριασμένος από το ψυχοπαθολογικό ταπεραμέντο της Zelda, τον βαρύ αλκοολισμό και τις διάσημες κραιπάλες της ”καταραμένης γενιάς” την οποία και περήφανα εκπροσώπευαν λήγει άδοξα και σύντομα.

Στο City Dusk η αφηγηματική φωνή κλείνει το βιβλίο με τις αναμνήσεις. Γνωρίζει για το σφυγμό της πόλης, τον ακούει σχεδόν από μακριά και όμως ζητά το σκοτάδι και επιλέγει τις μελωδίες ενός μοναχικού βιολιού. Όπως συβαίνει όμως συνήθως, η ηρεμία διαταράσσεται. Τη σκέψη του αφηγητή κατακλύζει μια άγνωστη προς εμάς ύπαρξη (γνωρίζοντας όμως την ημερομηνία γραφής του και την ημερομηνία συνάντησης με τη Zelda μπορούμε να μαντέψουμε διαμέσου της ελευθερίας του αναγνώστη ότι αναφέρεται σε αυτή.)

Ξαφνικά ο τόνος αλλάζει, δημιουργείται αντίθεση μεταξύ των έντονων, γιορτινών χρωμάτων της πόλης και των λευκών μαλλιών της γυναίκας. Προς τι αυτή η έλλειψη χρώματος? Είναι η μορφή της κάτι το αρχετυπικό και συμβολίζει το αιώνιο που δεν είναι ανεπηρέαστο από την παρακμή, ή μήπως θυμίζει ασπρόμαυρη φωτογραφία , απόμακρη και όχι ολότελα δική του όπως την ονειρευόταν ο ποιητής? Όποια και να είναι η ερμηνεία της αντίθεσης, ωχριά μπροστά στις υπόλοιπες αλλαγές του ποιήματος. Ο μοναχικός αφηγητής μας είναι φανερά ερωτευμένος, αν όχι με τη ίδια τη νύχτα τότε με τη νύχτα όπως την έντυσε το αντικείμενο του πόθου του.Έχει σχεδον ξεχάσει την ύπαρξη μας και τις σκέψεις του για την ελκυστικη πόλή. Τα βιολιά πλέον συνοδεύουν χορευτικά βήματα, όλα τα βλέμματα είναι φιλικά και η νύχτα μυρίζει καλοκαίρι.

Θέλω να κλείσω θυμίζοντας πόσο σημαντικό είναι αυτό που προκαλεί το ποίημα-και κάθε ποίημα που ενδεχομένως θα θέλατε να βρείτε αφιερωμένο ανώνυμα στη βαβούρα της καθημερινότητας. Λέγοντας ότι το ποίημα είναι αποκάλυψη δε μιλώ για μία αποκάλυψη άπιαστη. Υπάρχουν άτομα που κάνουν τις νύχτες μας στην πόλη να μοιάζουν καλοκαιρινές. Υπάρχουν αρώματα που μας κάνουν να νοσταλγούμε τα στενά μας μπαλκόνια που βλέπουν στον ακάλυπτο, ήχοι που μας θυμίζουν ανοιχτά παράθυρα και μεταμεσονύκτιες συζητήσεις. Οι στίχοι είναι ήδη γραμμένοι όπως είδαμε παραπάνω, ή ίσως και να περιμένουν να γραφτούν ακόμη και σε σταθμούς, μεθυσμένες ρουτίνες, χαρτοπετσέτσες και τσιγαρόχαρτα.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s