Special occasion.

Παγκόσμια ημέρα ποίησης με κολοκυθάκια στο φούρνο.

Από τη μία δεν μου αρέσουν τα καααπως βεβιασμένα αφιερώματα αλλά από την άλλη δεν μπορώ να προσποιηθώ ότι δεν υπάρχουν και ότι αυτό δεν είναι καααπως ένα από αυτά.

Μια ημέρα αφιερωμένη στην ποίηση θα έπρεπε θεωρητικά να περιλαμβάνει μια ανάγνωση, δυο τρεις στίχους γραμμένους κάπου ή ό,τι προτιμά ο καθένας. Μπορεί και τίποτα. Ο πλανήτης δε θα σταματήσει να κινείται. Εδώ σκέφτηκα να παραθέσω στίχους γραμμένους για την ποίηση, να χαμηλώσω το φωτισμό και να σας αφήσω να τα πείτε. (Περιλαμβάνονται στίχοι και στα ελληνικά, έτσι γιατί έχω κέφια.)

Ποίηση
ανάμνηση από φίλντισι
περίπατος τα ξημερώματα
άναμμα τσιγάρου κατά λάθος από φεγγάρι
χαρταετός που ξέφυγε απ’ τα χέρια παιδιού 
κλάμα παιδιού στη μέση πανηγυριού
φιλία ανάμεσα σε δυο προδοσίες
κλωνάρι που ταξιδεύει
δασκάλα μόνη μελαγχολική στο διάλειμμα
ένα βιολί που παίζει μοναχό του
αριθμός 7
της καρδιάς τα μέσα φυλλώματα […]
βιολέτες σ’ άσπρο λαιμό
άσπρο άλογο που τρέχει σε μαύρο ουρανό
μαύρος ήλιος καλοκαιρινός
άσπρος ήλιος χειμωνιάτικος
λεμόνι κάρβουνο γλυκό του κουταλιού
νύχτα στρωμένη τσιγάρα
λέξεις.
(”Ποίηση” του Θωμά Γκόρπα)
28f72f907f271d11ecefa77a86f0724f

”Ars Poetica” του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου:

Το ποίημα θέλω να είναι νύχτα, περιπλάνηση

σε ξεμοναχιασμένους δρόμους και σε αρτηρίες

όπου η ζωή χορεύει. Θέλω να είναι

αγώνας, όχι μουσική που λύνεται

μα πάθος για την μέσα έκφραση μιας ασυναρτησίας

μιας αταξίας που θα γίνει παρανάλωμα

αν δεν τα παίξουμε όλα για όλα.

Όταν οι άλλοι, αδιάφοροι, με σιγουριά

ξοδεύονται άσκοπα ή ετοιμάζονται το βράδυ

να πεθάνουν, όλη τη νύχτα ψάχνω για ψηφίδες

αδιάφθορες μες στον μονόλογο τον καθημερινό

κι ας είναι οι πιο φθαρμένες. Να φεγγρίζουν

μες στο πυκνό σκοτάδι τους σαν τ’ αχαμνά ζωύφια

τυχαίες, σκοτωμένες απ’ το νόημα

με αίσθημα ποτισμένες.

(Ο δύσκολος θάνατος, 1978)

d7e9eaf8cc51efed432aadc6eca79be8.jpg

”Poetry”- Pablo Neruda

And it was at that age … Poetry arrived
in search of me. I don’t know, I don’t know where
it came from, from winter or a river.
I don’t know how or when,
no they were not voices, they were not
words, nor silence,
but from a street I was summoned,
from the branches of night,
abruptly from the others,
among violent fires
or returning alone,
there I was without a face
and it touched me.

I did not know what to say, my mouth
had no way
with names,
my eyes were blind,
and something started in my soul,
fever or forgotten wings,
and I made my own way,
deciphering
that fire,
and I wrote the first faint line,
faint, without substance, pure
nonsense,
pure wisdom
of someone who knows nothing,
and suddenly I saw
the heavens
unfastened
and open,
planets,
palpitating plantations,
shadow perforated,
riddled
with arrows, fire and flowers,
the winding night, the universe.

And I, infinitesimal being,
drunk with the great starry
void,
likeness, image of
mystery,
felt myself a pure part
of the abyss,
I wheeled with the stars,
my heart broke loose on the wind.
(LemonySunset σημείωση: How simply put yet how divine.)

Ελπίζω να σας άρεσαν οι επιλογές, μη διστάσετε να αφήσετε τα δικά σας αγαπημένα σε σχόλιο.
Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s